Skip to main content

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει από γονείς και εκπαιδευτικούς τη φράση «γνωρίζει τους ορθογραφικούς κανόνες, αλλά δεν τους εφαρμόζει», «κάνει ορθογραφικά λάθη απροσεξίας», «όταν εξετάζεται στην ορθογραφία κάνει λιγότερα λάθη συγκριτικά με αυτά που κάνει κατά την παραγωγή γραπτού λόγου»;

Το ερώτημα που εγείρεται είναι σαφές: αφού γνωρίζει πώς πρέπει να γραφούν οι λέξεις σύμφωνα με τους κανόνες, τι είναι αυτό που αναστέλλει την εφαρμογή τους, ή κάπως διαφορετικά διατυπωμένο το ερώτημα αυτό: ποιοι μηχανισμοί κρύβονται πίσω από την ευχερή και αυτοματοποιημένη    (μη συνειδητή) εφαρμογή των ορθογραφικών κανόνων;

Για να κατανοήσουμε τι σημαίνει εδώ ο όρος «αυτοματοποίηση» ας πάρουμε το εξής παράδειγμα:

Όταν μπαίνετε στο αυτοκίνητό σας για να οδηγήσετε, δεν σκέφτεστε μία προς μία τις κινήσεις που θα πρέπει να κάνετε προκειμένου να βάλετε μπρος τη μηχανή, να ρυθμίσετε τις ταχύτητες, να στρίψετε το τιμόνι, να σταματήσετε στο φανάρι κτλ. Μπορείτε, καθώς οδηγείτε, ταυτόχρονα να μιλάτε στους συνεπιβάτες σας, να αλλάζετε σταθμό στο ραδιόφωνο ή απλά να σκέφτεστε κάτι άλλο. Από την άλλη, ο μαθητευόμενος οδηγός πρέπει πάντα να σκέφτεται συνειδητά τις απαιτούμενες κινήσεις, χωρίς ταυτόχρονα να αφιερώνει τη σκέψη του σε κάτι άλλο, ή να συνομιλεί με τους συνεπιβάτες του.

Αυτοματοποίηση, λοιπόν, είναι η ικανότητα να εκτελούμε μια σειρά από ενέργειες αβίαστα, φυσικά, χωρίς συνειδητή σκέψη.

Κατά ανάλογο τρόπο ενεργούμε και όταν γράφουμε απλά ή σύνθετα κείμενα.

Αν, για παράδειγμα, θέλουμε να γράψουμε μια λίστα για το σούπερ μάρκετ, αρκεί να σκεφτόμαστε αυτά που θέλουμε να αγοράσουμε, χωρίς να απαιτείται από εμάς συνειδητή σκέψη για το πώς γράφεται κάθε λέξη σύμφωνα με τους ορθογραφικούς κανόνες που μάθαμε κάποτε στο σχολείο (με την προϋπόθεση ότι δεν αντιμετωπίζαμε δυσκολίες). Η διαδικασία της γραφής είναι πια αβίαστη, φυσική και αυτοματοποιημένη. Δεν απαιτείται, δηλαδή, συνειδητή σκέψη.

Η γραφή και κυρίως η ορθογραφημένη γραφή συνιστά μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία για τα παιδιά κατά την πρώιμη σχολική ηλικία (τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού) καθώς απαιτεί διάφορες γνωστικές (νοητικές) λειτουργίες, όπως ο σχεδιασμός μιας στρατηγικής (ο καθορισμός, δηλαδή, των ενεργειών που πρέπει να ακολουθηθούν για την επίτευξη μιας ενέργειας), η μνήμη εργασίας (η συγκράτηση δηλαδή των πληροφοριών στη μνήμη και η ταυτόχρονη επεξεργασία τους), η οργάνωση των πληροφοριών, η προσοχή, η μακροπρόθεσμη μνήμη (η αποθήκευση πληροφοριών στη μνήμη και η ανάκλησή τους ανά πάσα στιγμή) και ο ανασταλτικός έλεγχος (η δυνατότητα, δηλαδή, του ελέγχου μιας ενέργειας και η άμεση διόρθωσή της, όταν απαιτείται˙ η σκέψη πριν την αντίδραση).

Οι έρευνες δείχνουν ότι οι νευρογνωστικές αυτές λειτουργίες μπορούν να διαχωρίσουν τους μαθητές που δυσκολεύονται σημαντικά στη γραφή από αυτούς που δεν δυσκολεύονται. Με άλλα λόγια, έχει παρατηρηθεί ότι τα παιδιά που δυσκολεύονται στην ορθογραφημένη γραφή και στην παραγωγή γραπτού λόγου παρουσιάζουν επίσης χαμηλές επιδόσεις σε δοκιμασίες που μετρούν τις νοητικές αυτές λειτουργίες.

Από τις παραπάνω λειτουργίες του νου η μνήμη εργασίας φαίνεται να είναι καθοριστικής σημασίας κατά τη διαδικασία της γραφής, καθώς βοηθά στη διατήρηση των δομών και στην ανάκτηση πληροφοριών από τη μακροπρόθεσμη μνήμη, επιτρέποντας την αποτελεσματική παρακολούθηση της γραφής σε πραγματικό χρόνο.

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σχετικές μελέτες για την ελληνική γλώσσα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα παιδιά που δυσκολεύονται μόνο στην εφαρμογή των ορθογραφικών κανόνων και όχι στην κατανόησή τους, πιθανόν να παρουσιάζουν ταυτόχρονα και δυσκολία στην επικέντρωση και διατήρηση της προσοχής, περιορισμένη δυνατότητα ελέγχου των ενεργειών κατά τη γραφή, καθώς και δυσκολία στην ταχεία οργάνωση και επεξεργασία των πληροφοριών.

Έτσι, παρατηρούμε το εξής παράδοξο: ενώ στην καθ΄ υπαγόρευση ορθογραφία κάποια παιδιά με δυσκολίες στην ορθογραφία τείνουν να κάνουν λίγα λάθη, κατά την παραγωγή γραπτού λόγου (έκθεση) τα ορθογραφικά λάθη είναι σημαντικά περισσότερα και μη αναμενόμενα. Για παράδειγμα, μπορεί να παρατηρήσουμε ένα παιδί ΣΤ΄ τάξης να γράφει τις καταλήξεις των ρημάτων σωστά στη μία περίπτωση και λανθασμένα στην άλλη.

Από την οπτική γωνία της γνωστικής επιστήμης το παράδοξο αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί ως εξής: στην καθ΄ υπαγόρευση ορθογραφία το παιδί εστιάζει συνειδητά στην εφαρμογή των ορθογραφικών κανόνων που γνωρίζει, αφού σε αυτό εξετάζεται. Αντίθετα, κατά τη διαδικασία παραγωγής γραπτού λόγου αφιερώνει τις γνωστικές/νοητικές του δυνάμεις στο περιεχόμενο του κειμένου. Εστιάζει δηλαδή στο τί θα γράψει και όχι στο πώς (από άποψη ορθογραφίας) θα γράψει την κάθε λέξη, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται συχνότερα και απροσδόκητα ορθογραφικά λάθη.

Γενικά, η απόκλιση στην επίδοση που παρατηρείται στις δύο παραπάνω συνθήκες μπορεί να αποδοθεί στη δυσκολία εφαρμογής των κανόνων της ορθογραφίας όταν απαιτείται ταχεία και ευχερής επεξεργασία των πληροφοριών.

Μελέτες σε παιδιά με ΔΕΠΥ, που παρουσιάζουν μη επαρκώς αναπτυγμένες δεξιότητες μνήμης και επικέντρωσης της προσοχής, έχουν δείξει ότι οι ελλειμματικές τους δεξιότητες στη μνήμη εργασίας, καθώς και στον  ανασταλτικό έλεγχο σχετίζονται με τις περιορισμένες δεξιότητες γραπτής έκφρασης, ευχερούς γραφής και ορθογραφίας.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι για κάποια παιδιά οι δυσκολίες στην ορθογραφία δεν σχετίζονται με έλλειμμα γνώσης ή κατανόησης των ορθογραφικών κανόνων, αλλά με τους νοητικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την ευχερή και αβίαστη εφαρμογή τους.

Έτσι, σε επίπεδο παρέμβασης ίσως να μην έχει πάντα νόημα η επιμονή στη διδασκαλία των ήδη γνωστών ορθογραφικών κανόνων, αλλά η εξάσκηση στην εφαρμογή τους σε πολύπλοκα πλαίσια και η διδασκαλία στρατηγικών ελέγχου.